Ο άνθρωπος πίσω από την ποδιά
Συνέντευξη · 3 Νοεμβρίου 2026

Δημήτριος Δικαίος

Καθηγητής Ψυχιατρικής ΕΚΠΑ, Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
Δημήτριος Δικαίος

Η συζήτηση ξεκίνησε, χαρακτηριστικά, με μια παρατήρηση για το high table της Οξφόρδης, το τεράστιο τραπέζι όπου καθηγητές και φοιτητές έτρωγαν κάποτε μαζί κάθε μέρα, σήμερα μία φορά τη βδομάδα. Ο καθηγητής Δικαίος το έφερε ως παράδειγμα μιας εποχής που οι ζωές δασκάλων και μαθητών ήταν ανοιχτές η μία στην άλλη. Σήμερα, είπε, «η ιδιωτικότητά μου είναι δική μου δουλειά», ενώ κάποτε δεν ήταν. Είναι μια παρατήρηση που εξηγεί, ίσως καλύτερα από κάθε άλλη, γιατί μια τέτοια συνέντευξη έχει νόημα.

Μια παιδική ηλικία μέσα στο διαμέρισμα

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στα Εξάρχεια, πήγαινε δημοτικό στην οδό Κωλέτη. Η παιδική του ηλικία, όπως τη περιγράφει, ήταν «τελείως μέσα στο σπίτι», σχολείο, αυλή, σπίτι, αγγλικά στο Σύνταγμα με τη γιαγιά και ξανά σπίτι. Καμία δυσκολία δεν του έμεινε αξέχαστη, εκτός από μία αστεία λεπτομέρεια.

Πόνεσε το μάγουλό του από χτύπημα δασκάλας με δαχτυλίδι και χρειάστηκαν τέσσερις μέρες για να καταλάβει τι συνέβη, νόμιζε ότι τον πονούσε απλώς «το δαχτυλίδι της κυρίας Φρόσως». Κανείς γονιός τότε δεν θα σκεφτόταν να ρωτήσει τη δασκάλα γιατί το έκανε.

Η απόδρασή του εκτός πόλης ήταν το Ναύπλιο, όπου είχε γεννηθεί η μητέρα του και όπου η οικογένεια περνούσε τα καλοκαίρια και τις γιορτές. Η μητέρα του, μάλιστα, ήταν γιατρός, μπήκε στην Ιατρική το 1941, σε μια εποχή που γυναίκες χειρουργοί ήταν ελάχιστες, έγινε χειρουργός και μετά γυναικολόγος. Παρ’ όλα αυτά, λέει, δεν μπήκε στην Ιατρική για να ακολουθήσει τη μητέρα του, δεν το θυμάται καν ως συνειδητή σκέψη.

«Γιατί το κάνεις; Επειδή μπορώ»

Η αλήθεια είναι λιγότερο ρομαντική και πολύ πιο ειλικρινής. Δεν ήταν καλός στα μαθηματικά, οπότε η φυσικομαθηματική έβγαινε εκτός συζήτησης. Ήταν όμως άριστος μαθητής σε όλα τα υπόλοιπα, αρχαία ελληνικά συμπεριλαμβανομένων.

Σε μια έκθεση στο σχολείο, μάλιστα, είχε φανταστεί τον εαυτό του χημικό μηχανικό σε εργοστάσιο, τον τραβούσε το τεχνικό κομμάτι. Τελικά διάλεξε την ιατρική: «γιατί ήμουν ικανός να μπω, όχι γιατί ήταν η πιο δύσκολη». Μια απάντηση εντελώς αντίθετη από τον μύθο της «κλήσης» που συνοδεύει συνήθως τέτοιες αφηγήσεις, και ίσως γι' αυτό πιο χρήσιμη σε όποιον φοιτητή νιώθει ότι δεν είχε τη δική του «στιγμή αποκάλυψης».

Στην αρχή σκεφτόταν την ορθοπαιδική, είχε γνωρίσει έναν ορθοπαιδικό που έγραφε και ποιήματα και του φάνηκε ότι η ειδικότητα είχε κάτι πιο φιλοσοφικό από τις υπόλοιπες. Πέρασε από χειρουργικές ανταλλαγές φοιτητών στη Γερμανία και τη γυναικολογία στη Ζυρίχη, όπου έμαθε δύο πράγματα για τον εαυτό του: πρώτον, ότι δεν άντεχε να σηκώνεται στις 6 το πρωί για να πλυθεί πριν το χειρουργείο, δεύτερον, ότι το τραπέζι του χειρουργείου ήταν φτιαγμένο για το ύψος του διευθυντή της κλινικής, πολύ κοντύτερου, με αποτέλεσμα να σκύβει τέσσερις ώρες κρατώντας γάντζους σε υστερεκτομές και νιώθοντας «ό,τι χειρότερο».

Η ψυχιατρική ήρθε στο πέμπτο έτος, σχεδόν τυχαία, μέσα από το πρόγραμμα σπουδών. «Όταν τη γνώρισα είπα τελείωσε, αυτή είναι η ειδικότητα που θα κάνω». Δύο λόγοι, λέει ο ίδιος χωρίς πολλή ποίηση: δεν χρειαζόταν να ξυπνάει νωρίς και είχε «μια γενικότερη γνώση που ξεφεύγει από τους μηχανισμούς της υπόλοιπης ιατρικής».

Μια καριέρα σε κύκλους των επτά χρόνων, «Seven Year Itch»

Μετά τις σπουδές ακολούθησε ένας χρόνος στρατού ως γιατρός μονάδας και ένας χρόνος «αγροτικού» σε απομονωμένο υγειονομικό σταθμό στα βουνά της Ευρυτανίας, δυόμισι ώρες από το πλησιέστερο νοσοκομείο, στη Λαμία, σε μια περιοχή όπου σχεδόν κανείς δεν πήγαινε νοσοκομείο ό,τι κι αν συνέβαινε.

Στην ψυχιατρική βρήκε τότε ένα φαινόμενο που αναφέρει με αυτοκριτικό χιούμορ: κάθε επτά χρόνια περίπου, ένιωθε την ανάγκη να αλλάξει αντικείμενο, το αποκαλεί «Seven Year Itch», δανειζόμενος τον τίτλο της παλιάς ταινίας με τη Μέριλιν Μονρό. Έτσι πέρασε από το εργαστήριο ύπνου στη γενετική, ακριβώς τη στιγμή που η ψυχιατρική γενετική γεννιόταν ως πεδίο, παρευρέθηκε στην πρώτη παγκόσμια συνάντηση ψυχιατρικών γενετιστών (130 άτομα συνολικά, στη Σεβίλλη και στο Σάντα Φε του Νέου Μεξικού), όταν ο όρος «molecular psychiatry» ακουγόταν σαν αστείο μεταξύ συναδέλφων. Σήμερα υπάρχουν περιοδικά με αυτό ακριβώς το όνομα.

Στο μεταξύ, πήγε για μετεκπαίδευση στο Institute of Psychiatry του Λονδίνου, σε τμήμα στατιστικής και επιδημιολογίας και ανακάλυψε με απόλυτη ειλικρίνεια τα όριά του. «Δεν μπορούσα να μάθω τα μαθηματικά όπως τα καταλάβαιναν οι άλλοι».

Πέρασε, όπως το περιγράφει ο ίδιος, από μια πραγματική απελπισία, ένα δικό του midlife crisis. Η διέξοδος ήρθε αναλαμβάνοντας το εργαστήριο ύπνου, όπου βοήθησε να χτιστεί από το μηδέν μια ολόκληρη νέα εξειδίκευση, η ιατρική του ύπνου, τόσο στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία Έρευνας του Ύπνου όσο και στην Ελλάδα, μέσα από εξετάσεις «grandfathering» που έφτιαξαν οι ίδιοι οι πρωτοπόροι του πεδίου για να πιστοποιήσουν ο ένας τον άλλον.

Σήμερα είναι πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας του Ύπνου, αντιπρόεδρος της Εταιρείας για την Προαγωγή της Ψυχιατρικής και των Συναφών Επιστημών, και διετέλεσε πρόεδρος της International Neuropsychiatric Association (2013 έως 2015). Έχει δημοσιεύσει στα Nature Genetics, Science και Molecular Psychiatry. Όταν του ζητήθηκε να πει τι τον έκανε καθηγητή, η απάντησή του δεν είχε καμία σχέση με τίτλους.

«Θέλω συνέχεια να μαθαίνω. Μόλις νιώσω ότι κατέχω κάτι, θέλω να προχωρήσω».

Τι κάνει έναν γιατρό καλό;

Ερωτώμενος αν η ιατρική είναι επιστήμη ή τέχνη, δεν διαχωρίζει εύκολα, μιλά για δύο διαφορετικά πράγματα, τη «γνώση» και την «τεχνική». Κάποιος μπορεί να είναι εξαιρετικός τεχνίτης του χειρουργείου χωρίς να είναι απαραίτητα καλός επικοινωνιακά, και το αντίστροφο. Δεν πιστεύει ότι υπάρχει μία σωστή «προσωπικότητα γιατρού».

Κάποιοι ασθενείς προτιμούν λιγότερο επικοινωνιακούς γιατρούς, κάποιοι τη δική του πιο άμεση προσέγγιση. Θυμάται μια συμβουλή δασκάλου του από τα φοιτητικά χρόνια που ακόμα εφαρμόζει: μην κοιτάς πάντα τον ασθενή στα μάτια, κάποιους τους δυσκολεύει, οπότε καλύτερα να κοιτάς κάπου αλλού όταν λες κάτι δύσκολο και να επιστρέφεις το βλέμμα μετά.

Ήταν διευθυντής του Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής, Ψυχιατρικής και Νευρολογίας της Σχολής για δύο χρόνια και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ιατρικής. Όταν κρίθηκε η θέση διευθυντή της κλινικής, επέλεξε να μην είναι υποψήφιος, δική του απόφαση, λέει, γιατί δεν πιστεύει ότι έχει τα «κλειδιά» που χρειάζεται ένας καλός διευθυντής, περισσότερο όραμα και ενδιαφέρον για ανάπτυξη, όχι μόνο καλή διοίκηση. Διεκδίκησε αργότερα θέση αντιπροέδρου στη Σχολή και δεν την πήρε, αλλά αμέσως μετά του ζήτησαν να αναλάβει κάτι εξίσου απαιτητικό, την αξιολόγηση ολόκληρης της Ιατρικής Σχολής, από τα ρομποτικά χειρουργεία μέχρι το πόσο συχνά καθαρίζονται τα αποδυτήρια των φοιτητών.

Διαβάσματα, ένας ερωτευμένος με τη γλώσσα του Λακάν κι ένας γάμος με φιλόσοφο

Υπήρξε λάτρης της λογοτεχνίας, σήμερα διαβάζει λιγότερη, γιατί τον κρατάει ξύπνιο τη νύχτα, ενώ η επιστήμη τον νανουρίζει. Αγαπημένοι συγγραφείς ο Χρήστος Χωμενίδης, ο Πέτρος Τατσόπουλος, ποιητές όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, η Κική Δημουλά, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Ξεχωρίζει τον Τζέιμς Τζόις και σχεδιάζει να διαβάσει παράλληλα τον «Οδυσσέα» του Τζόις στα αγγλικά και την «Οδύσσεια» στα αρχαία ελληνικά. Στη φιλοσοφία αναφέρει τον Βιτγκενστάιν, τον Λακάν (τον νεοφροϋδικό που θεωρεί ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα) και τον σύγχρονο Alain de Botton, του οποίου η ιδέα για μια «θρησκεία χωρίς θεό», υποχρεωτικές κοινοτικές συναντήσεις μια φορά τη βδομάδα για να μιλάμε μόνο για ό,τι καλό συμβαίνει γύρω μας, του έμεινε.

Παντρεύτηκε, όπως λέει με χιούμορ, φιλόσοφο. Η σύζυγός του σπούδασε φιλοσοφία στην Οξφόρδη, έκανε μεταπτυχιακό στην ελληνική λογοτεχνία και διδακτορικό πάνω στην οντολογία και τη σημασιολογία του χρώματος στην αναλυτική φιλοσοφία. Σήμερα διδάσκει αισθητική και φιλοσοφία της τέχνης.

Πώς γνώρισε τη γυναίκα του και γιατί κανένα ταξίδι δεν τον τρομάζει

Μόλις τελείωσε τη σχολή, έφυγε μόνος για μήνες backpacking σε Ινδία, Ινδονησία, Νοτιοανατολική Ασία, Κίνα. Τη γυναίκα του τη γνώρισε λίγο πριν από ένα τέτοιο ταξίδι, μέσω κοινής φίλης, εκείνη μόλις είχε επιστρέψει από μια περιπέτεια που ακούγεται σαν σενάριο ταινίας.

Στα 21 της, αμέσως μετά την Οξφόρδη, πήρε ένα απλό εισιτήριο για τον Ισημερινό με σκοπό να βγάλει τα προς το ζην διδάσκοντας αγγλικά με τοιχοκολλημένες αγγελίες στο Κίτο, χωρίς κινητό, χωρίς σταθερή επικοινωνία. Από εκεί προχώρησε στο Περού και στη Βολιβία, όπου βρέθηκε αποκλεισμένη από ένοπλες συγκρούσεις ανταρτών και αναγκάστηκε να διασχίσει μόνη της ολόκληρη τη ζούγκλα του Αμαζονίου με βάρκες και ό,τι μέσο έβρισκε, μέχρι την Κολομβία.

Η ίδια ανεμελιά κληρονομήθηκε και στα παιδιά τους. Ο ίδιος, ακόμη και σήμερα, νοικιάζει αυτοκίνητο μόνος στη μέση ενός συνεδρίου στην Ουάσιγκτον για να προλάβει το Grand Canyon και έχει κυνηγήσει πέντε ολικές εκλείψεις ηλίου γύρω από τον κόσμο. Θέλει ακόμη να κολυμπήσει τα τρία χιλιόμετρα από την Κόστα μέχρι τις Σπέτσες, και σκέφτεται ένα ταξίδι με πλοίο τεσσάρων ημερών μέσα στη ζούγκλα του Περουβιανού Αμαζονίου, ως το Ικίτος, την μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο εκτός οδικού δικτύου.

Έμαθε σκι στα 37, με δύο τραυματισμούς έκτοτε, και λέει με μισό χαμόγελο ότι έχει την «απόλυτη πεποίθηση» πως ο αθλητισμός δεν έχει ποτέ αποδειχθεί επιστημονικά ότι κάνει καλό. Ξέρουμε τις βλάβες του, λέει προκλητικά, αλλά όσοι είναι αθλητικοί τύποι ίσως απλώς έχουν το «DNA» που τους κάνει να πάνε καλύτερα, όχι επειδή ασκούνται. Είναι μια κουβέντα που κάνει, λέει ο ίδιος, και στους φοιτητές του, μισή πρόκληση, μισή άσκηση κριτικής σκέψης πάνω στο τι πραγματικά σημαίνει επιστημονική απόδειξη.

Ένα τηλεφώνημα και… τηλεπάθεια

Λίγο πριν δώσει τις εξετάσεις ειδικότητας, μια πανικόβλητη συνάδελφος τον πήρε τηλέφωνο ζητώντας να την «εξετάσει», να της κάνει μια ερώτηση για εξάσκηση. Τη ρώτησε, σχεδόν στην τύχη: «Τι ήταν η λογοθεραπεία του Frankl;»

Την επόμενη μέρα, στις εξετάσεις της, ο τότε καθηγητής Χριστοδούλου διάλεξε ακριβώς αυτή την ερώτηση για εκείνη. Το αποδίδει, γελώντας, σε μια χιουμοριστική «πίστη» στην τηλεπάθεια, όχι σε κάτι πέρα από τη φύση, απλώς σε μια αστεία σύμπτωση που του έχει ξανασυμβεί.

Συμβουλή για τον νέο γιατρό

Στο τέλος της συνέντευξης, του ζητήθηκε μία συμβουλή για τον νέο γιατρό. Διάλεξε να μοιραστεί κάτι που του είχε πει κάποτε ένας δάσκαλός του, σε μια δύσκολη στιγμή: «Δεν θα κοιτάς ποτέ τι κάνουν οι άλλοι και σε ποια θέση είναι οι άλλοι. Θα κοιτάς τη δική σου δουλειά και θα προχωράς στη δική σου δουλειά».

Παραδέχεται ότι δεν είναι εύκολο να το εφαρμόσει, τον πειράζει κι εκείνον ο ανταγωνισμός. Αλλά επιμένει πως, όποια κι αν είναι η αδικία γύρω μας, το μόνο πράγμα που πραγματικά ελέγχουμε είναι η δική μας δουλειά.

← Όλες οι συνεντεύξεις