Νικόλαος Σκαρμέας
Ο καθηγητής Σκαρμέας δεν ξεκίνησε από κάποιο παιδικό όνειρο. Η ιατρική ήρθε, όπως λέει, σχεδόν τυχαία, ένα καλοκαίρι πριν την Α΄ Λυκείου. Μια φράση του συνοψίζει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη συζήτηση: «Οι επιλογές μας φαινομενικά είναι τι διαλέγουμε. Κατ' ουσίαν είναι τι απορρίπτουμε.»
Μια απόφαση που δεν ήρθε από παιδικό όνειρο
Αντίθετα με την εικόνα του γιατρού που «το ήξερε από μικρός», ο καθηγητής Σκαρμέας ήθελε αρχικά να ακολουθήσει τις θετικές επιστήμες, το Πολυτεχνείο, το Φυσικό, ακόμα και τη Σχολή Ικάρων.
Η στροφή προς την Ιατρική ήρθε σχεδόν τυχαία, ένα καλοκαίρι πριν την Α’ Λυκείου, από μια κουβέντα με έναν φίλο: «Πού θα πας;» «Θα πάω ιατρική.» «Γιατί;» «Καλός μαθητής είμαι, καλή επαγγελματική αποκατάσταση, γιατί να μην πάω;» «Και το σκέφτηκα κι εγώ, και είπα, δεν πάω κι εγώ ιατρική;»
Δεν είναι μια ιστορία «κλήσης». Είναι μια ιστορία λήψης αποφάσεων, ένα θέμα που, όπως εξήγησε, μελετάται εντατικά στα οικονομικά και στο marketing (behavioral economics, neuromarketing), γιατί όταν οι παράμετροι μιας επιλογής γίνονται πάρα πολλές, ο άνθρωπος τελικά αποφασίζει ενστικτωδώς. Το ίδιο, λέει, ισχύει και στην ιατρική πράξη.
Το πώς παρουσιάζουμε μια επιλογή σε έναν ασθενή, «κίνδυνος επιπλοκών 20%» αντί για «1 στους 5», αλλάζει ουσιαστικά την απόφασή του.
Τη Νευρολογία τη διάλεξε αργότερα, εμπνεόμενος από χαρισματικούς δασκάλους, όπως τον Δημήτρη Βασιλόπουλο, τον πρώην διευθυντή του Αιγινητείου. Ξεχώρισε ακόμη δύο ονόματα: τον Γιώργο Χειμωνά, νευρολόγο που ήταν ταυτόχρονα σπουδαίος συγγραφέας, μεταφραστής τραγωδιών και θεατρικός συγγραφέας και τον Oliver Sacks, επίσης νευρολόγο, του οποίου το «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο» τον σημάδεψε ως φοιτητή.
«Η αλλαγή είναι αυτή που σε προχωράει»
Μια από τις πιο ουσιαστικές παρατηρήσεις του αφορά μια τάση που βλέπει να μεγαλώνει στους νεότερους, την αποφυγή της αλλαγής.
Σπούδασε αρχικά στην Κρήτη πριν μεταγραφεί στην Αθήνα και θεωρεί ότι: «το να σπουδάσεις μακριά από το σπίτι σου είναι πολύτιμη εμπειρία ζωής, κάτι που γίνεται όλο και σπανιότερα». «Υπάρχει μια τάση προς την ασφάλεια... αλλά είναι αυτή η αλλαγή που σε προχωράει. Το βλέπει σε φοιτητές, σε ειδικευόμενους που διστάζουν να φύγουν στο εξωτερικό, ζυγίζοντας κάθε παράμετρο μέχρι που χάνουν την ευκαιρία.»
Η δική του συμβουλή είναι ξεκάθαρη: «κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις, αλλά το ρίσκο, σχεδόν πάντα, αξίζει.»
Το κενό επικοινωνίας που κανείς δεν μας μαθαίνει
Όταν τον ρωτήσαμε αν υπάρχει χώρος για το προσωπικό στοιχείο μέσα στην αυστηρή, μεθοδολογική πλευρά της ιατρικής, μας έδωσε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες απαντήσεις της συζήτησης. Η ιατρική, είπε, δεν είναι «exact science» όπως τα μαθηματικά, έχει μέσα της και στοιχεία τέχνης, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Όρκος του Ιπποκράτη.
Και εδώ εντόπισε κάτι που τον απασχολεί βαθιά: «υπάρχει τρομερό έλλειμμα επικοινωνίας» στην ελληνική ιατρική εκπαίδευση, τόσο ανάμεσα σε γιατρό και ασθενή όσο και ανάμεσα σε συναδέλφους.
Θυμήθηκε τα πρώτα μαθήματα που παρακολούθησε όταν ξεκίνησε την ειδικότητά του στις ΗΠΑ, μαθήματα «συμπεριφοράς» για όλους τους νέους γιατρούς, ανεξαρτήτως καταγωγής. Εκεί του έμεινε ένα «τρίπτυχο» για τη σχέση εξουσίας γιατρού και ασθενούς: ο ασθενής είναι ξαπλωμένος και ο γιατρός όρθιος, ο ασθενής ζητάει και ο γιατρός δίνει, ο ασθενής είναι γυμνός και ο γιατρός ντυμένος. «Θυμηθείτε τη σχέση εξουσίας... και μην ασκείτε εξουσία.»
Αυτή η οπτική τον βοηθά να ερμηνεύει διαφορετικά και τη δύσκολη συμπεριφορά ασθενών στα επείγοντα. «Είναι αγχωμένοι. Φοβούνται. "Είμαι άρρωστος, θα πεθάνω".» Η συμπεριφορά δεν είναι πάντα θέμα χαρακτήρα, είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα συνθηκών: αβεβαιότητα, άγνοια των κανόνων του συστήματος, ώρες αναμονής. «Δεν πρέπει εκεί ούτε να τον κοντράρεις, ούτε να ασκήσεις εξουσία. Υποχωρείς από τη θέση του δυνατού.»
Το ίδιο, είπε, ισχύει και στη συνεργασία γιατρών διαφορετικών ειδικοτήτων, καθώς κάθε ειδικότητα υποτιμά συχνά ό,τι δεν κατέχει η ίδια. Η λύση δεν είναι να νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα, αλλά να: «δικαιολογούμε τον άλλον, που δεν γνωρίζει το δικό μας, όπως και ο άλλος σκέφτεται για εμάς».
Οι συνθήκες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά
Όταν το περιβάλλον είναι δυσλειτουργικό, με ανοργανωσιά, κακή εφημερία και χάος στα ραντεβού, «εσωτερικεύεις τα προβλήματα» και δεν μπορείς να λειτουργήσεις σωστά, όσο καλός κι αν είσαι. Ένα σημαντικό μέρος της «σωστής ηγεσίας», λοιπόν, βρίσκεται πέρα από τον ατομικό χαρακτήρα, στο σύστημα γύρω μας.
Οργάνωση: μια επένδυση που αποδίδει αργότερα
Στο ερώτημα πώς διαχειρίζεται τον χρόνο του ανάμεσα σε ασθενείς, έρευνα και διδασκαλία, δεν πρόσφερε καμία μαγική συνταγή, μόνο μία λέξη: οργάνωση. Την παρομοίασε με «εμπροσθοβαρή δάνεια». Καταθέτεις κόπο τώρα για να απολαύσεις αργότερα. «Το πιο εύκολο όταν γυρνάς κουρασμένος σπίτι είναι να αφήσεις τα πράγματα όπου να ‘ναι. Το πιο δύσκολο, αλλά αποδοτικό, είναι να χτίσεις μια ρουτίνα.»
Το δεύτερο κλειδί που ξεχώρισε είναι πιο δύσκολο, η ικανότητα να λες «όχι». «Οι επιλογές μας φαινομενικά είναι τι διαλέγουμε. Κατ' ουσίαν είναι τι απορρίπτουμε.» Ακόμα και στην ακαδημαϊκή ιεραρχία, όπου είναι δύσκολο για έναν νέο γιατρό να αρνηθεί σε κάποιον ανώτερο, τόνισε ότι η επιλογή του θα πρέπει να υπηρετεί τον βασικό του στόχο, με ισορροπία, γιατί κάποιες φορές θα κάνει και «χάρες».
Είναι κεντρικό κομμάτι της παραγωγικότητας.
Αθλητισμός κάθε μέρα, ιστορία, και podcasts
Πέρα από την ιατρική, το κύριο πάθος του είναι ο αθλητισμός, τρέξιμο, ποδήλατο, κολύμπι, βάρη, «κάνω κάθε μέρα». Παρακολουθεί όσο προλαβαίνει ποδόσφαιρο και μπάσκετ, αγαπά τον κινηματογράφο και το θέατρο, με ιδιαίτερη αδυναμία στην ιστορία και τη φιλοσοφία. Επειδή ο χρόνος για διάβασμα λιγοστεύει, βρήκε έναν εναλλακτικό τρόπο: podcasts, συνεντεύξεις και ομιλίες στο YouTube, ενώ τρέχει ή μετακινείται.
Από συγγραφείς ξεχώρισε τον Καζαντζάκη, από ποιητές τον Καβάφη και από σκηνοθέτες τον Γκοντάρ.
Τι τον κινητοποιεί πραγματικά
Όταν τον ρωτήσαμε ποια είναι η κινητήριος δύναμή του, απάντησε με σπάνια ειλικρίνεια. Δεν είναι πρωτίστως τα χρήματα: «δεν είναι στη θέση ούτε του οδηγού ούτε του συνοδηγού. Είναι πολύ στις πίσω θέσεις του λεωφορείου.» Είναι κυρίως κάτι πιο εσωτερικό, θέμα χαρακτήρα, η ανάγκη να τα πηγαίνει καλά σε ό,τι κάνει, από το σχολείο μέχρι σήμερα.
Μέσα σε αυτό διέκρινε τρία στοιχεία, τη γοητεία του καινούργιου στην έρευνα («η ντοπαμίνη», όπως είπε αστειευόμενος), λίγη φιλοδοξία και ανάγκη αναγνωρισιμότητας και μια σχεδόν τελειομανή ανάγκη τα πράγματα να είναι «σωστά».
Πίσω από τους νευρώνες
Ως νευρολόγος, δεν απέφυγε το ερώτημα αν υπάρχει κάτι πέρα από τους νευρώνες, η ψυχή, ο Θεός. Περιέγραψε τον εαυτό του ως κάποιον με «υπαρξιακές ανησυχίες» από μικρό, τον δε ορθολογισμό σαν ένα μικρόβιο: «όταν μολυνθείς, δεν μπορεί να φύγει.»
Ωστόσο αναγνώρισε τρία επιχειρήματα που τον κάνουν να μη βιάζεται να δώσει τελική απάντηση: την οικουμενική, διαχρονική αναζήτηση του θείου σε κάθε κοινωνία, την ύπαρξη ενός φαινομενικά καθολικού ηθικού νόμου που η εξέλιξη δεν εξηγεί πλήρως (αναφέρθηκε στο βιβλίο του Francis Collins, πρώην διευθυντή του NIH και επικεφαλής του Human Genome Project) και τα ίδια τα όρια της επιστήμης, που δεν μπορεί να απαντήσει τι υπήρχε πριν από το Big Bang. «Πρέπει να καταλαβαίνουμε τους περιορισμούς μας», είπε, χωρίς αυτό να αποτελεί απόδειξη για τίποτα.
Μια ιστορία τιμιότητας που «δεν ήταν καλό business»
Ζητήσαμε να μας πει για μια επιλογή στη ζωή του που ίσως θα άλλαζε. Αντί για τι μετανιώνει, μας αφηγήθηκε μια ιστορία εντιμότητας. Όταν ολοκλήρωσε την ειδικότητά του στις ΗΠΑ, ο διευθυντής του τού πρότεινε θέση επίκουρου καθηγητή στο πανεπιστήμιο. Εκείνος, αν και δεν είχε καν ξεκάθαρο σχέδιο, του είπε την αλήθεια, ότι κάποια στιγμή σκόπευε να γυρίσει στην Ελλάδα, άρα δεν μπορούσε να δεσμευτεί μακροπρόθεσμα.
Ο διευθυντής το εκτίμησε: «γιατί είναι πολύ ειλικρινές, κάποιος δεν το λέει συνήθως», αλλά και του είπε ξεκάθαρα πως αυτό σήμαινε ότι δεν θα επένδυε μακροπρόθεσμα πάνω του. Τελικά έμεινε δέκα χρόνια, όχι δύο-τρία όπως υπονοούσε τότε. «Κακό business», παραδέχτηκε γελώντας, «αλλά ήταν η σωστή απόφαση», γιατί η εναλλακτική θα ήταν να πει κάτι που δεν πίστευε.
Το γενικότερο συμπέρασμά του για το μετανιώνω ή όχι είναι ποιητικό: «Η ιστορία που διαβάζουμε είναι η ιστορία των νικητών... όχι η ιστορία των νικημένων.» Κάθε αλλαγή θα παρέσυρε σαν ντόμινο εκατοντάδες άλλες. Δεν ξέρουμε ποτέ πραγματικά αν μια διαφορετική επιλογή θα ήταν καλύτερη.
Τεχνητή νοημοσύνη: «Σαν αμοιβάδα στην εξέλιξη της ζωής»
Κλείνοντας, μιλήσαμε για το μέλλον της ιατρικής με την τεχνητή νοημοσύνη. Η στάση του είναι κατά βάση αισιόδοξη, βλέπει την ΤΝ ως έναν τρόπο να διαχειριστούμε τον ολοένα αυξανόμενο όγκο ιατρικής γνώσης με πιο εξατομικευμένο τρόπο για κάθε ασθενή. Παρομοίασε την τεχνολογία με ένα μαχαίρι: «μπορεί να κόψουμε μια φέτα ψωμί ή να σκοτώσουμε έναν άνθρωπο», δεν είναι η ίδια η τεχνολογία το πρόβλημα.
Ταυτόχρονα, όμως, εντόπισε κάτι πραγματικά καινούργιο σε αυτή την τεχνολογική επανάσταση σε σχέση με όλες τις προηγούμενες: την «αυτενέργεια», τη δυνατότητα δράσης (agency) που δεν είχε ποτέ άλλο εργαλείο στην ανθρώπινη ιστορία. Ένα πλυντήριο δεν έχει agency, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, σε κάποιο βαθμό, έχει.
Αναφέρθηκε σε πρόσφατα περιστατικά όπου συστήματα ΤΝ παρέκαμψαν μηχανισμούς ασφαλείας τύπου CAPTCHA, χωρίς τεχνικά να «πουν ψέματα». «Δε λέει ψέματα, αλλά δεν λέει και ολόκληρη την αλήθεια». Έκλεισε με μια εικόνα του Yuval Noah Harari, πως αν δούμε την ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης μέσα στην εξέλιξη της ζωής, βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο της αμοιβάδας. «Έχω και τις ανησυχίες μου, αλλά είναι και τρομερό εργαλείο.»
Το μήνυμα για τον νέο γιατρό
Η συμβουλή του προς έναν νέο φοιτητή ή γιατρό συνοψίζει, ουσιαστικά, όλη τη συζήτηση: «Να μη φοβάται το καινούργιο, να μην εφησυχάζει. Να επενδύσει στην επικοινωνία, με ασθενείς και συναδέλφους εξίσου. Να μάθει να διαχειρίζεται τον χρόνο του μέσα από την οργάνωση. Να εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες αντί να τις αποφεύγει. Και, αν μπορεί, να δοκιμάσει το εξωτερικό, όχι μόνο για την εκπαίδευση, αλλά για την ίδια την εμπειρία ζωής.»
Η τελευταία του παρατήρηση, ίσως η πιο ανθρώπινη όλης της συζήτησης, αφορά μια παγίδα που κρύβεται μέσα στην ίδια την επιτυχία: «Η ιατρική είναι μια κατεύθυνση με μεγάλη κοινωνική αναγνώριση... και όσο πιο πετυχημένος είσαι, τόσο περισσότερο φουσκώνει αυτό το εγώ σου.» Το αντίδοτο δεν είναι να το αποφύγεις εντελώς, κάτι αδύνατο όπως λέει, αλλά να το έχεις συνεχώς στο μυαλό σου και να τσεκάρεις τον εαυτό σου.
Για τα φακελάκια: προσωπική ευθύνη, αλλά όχι μόνο
Στο κλείσιμο της συζήτησης, και με προτροπή του ίδιου του καθηγητή, θελήσαμε να σταθούμε σε ένα ζήτημα που δεν λείπει από καμία συζήτηση για το ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας, τα περιβόητα φακελάκια. Η θέση του καθηγητή Σκαρμέα ήταν ξεκάθαρη, το χαρακτήρισε απαράδεκτο, χωρίς περιστροφές.
Δεν αρνήθηκε ωστόσο το υπόβαθρο του φαινομένου. Οι αμοιβές στον δημόσιο τομέα, είπε, είναι χαμηλές και σε αυτό το κενό το κράτος, εμμέσως, κλείνει το μάτι σαν μια άτυπη ενίσχυση του εισοδήματος. Ξεκαθάρισε όμως αμέσως ότι αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Όποιος θεωρεί ότι δεν αμείβεται σωστά στο δημόσιο, μπορεί να παραιτηθεί και να πάει στον ιδιωτικό τομέα ή στο εξωτερικό, κάτι που ο ίδιος σέβεται απόλυτα ως επιλογή.
Αυτό όμως που δεν μπορεί να σταθεί, είπε, είναι να απολαμβάνει κάποιος τα οφέλη της θέσης, την πρόσβαση σε ασθενείς, τον τίτλο του πανεπιστημιακού, το κύρος του νοσοκομείου, τη φήμη, χωρίς να τηρεί τις υποχρεώσεις που τα συνοδεύουν.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο της απάντησής του ήταν πού τοποθέτησε την ευθύνη. Όχι μόνο στο άτομο. «Υπάρχει προσωπική ευθύνη αυτών που το κάνουν, αλλά όχι μόνο». Μίλησε για συστημική ευθύνη των θεσμών, του πανεπιστημίου, των νοσοκομείων, του Ιατρικού Συλλόγου, που παρά τις επίσημες διακηρύξεις δεν ελέγχουν και δεν τιμωρούν συστηματικά το φαινόμενο.
Έκλεισε με ένα προσωπικό παράδειγμα υποκρισίας. Θυμήθηκε συναδέλφους του που, όταν ήταν φοιτητές μαζί του, έβγαζαν λίβελους ηθικολογίας και αργότερα, όπως έμαθε, έκαναν ακριβώς αυτό που κατήγγειλαν. «Είναι πάρα πολύ κεντρικό αυτό.»
*
Ο άνθρωπος